ΤΟ ΨΗΦΙΑΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ
ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ
23_08_2019

Εστιατόριο παιδικών εξοχών ΠΙΚΠΑ στην Πεντέλη

Αγνή Κουβελά - Παναγιωτάτου, Παναγιώτης Καργάδος _ 1976

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΡΓΟΥ

Κατηγορία
Ψυχαγωγία
Χρόνος μελέτης
1975
Χρόνος αποπεράτωσης
1976
Συνολική επιφάνεια
1028m2
Επιφάνεια οικοπέδου
400000m2
Διεύθυνση έργου
Πεντέλη, Αττική

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Η μελέτη και κατασκευή του εστιατορίου έγιναν το 1975-76. Η επίβλεψη πραγματοποιήθηκε από την τεχνική υπηρεσία του ΠΙΚΠΑ, με «υψηλή επίβλεψη» των μελετητών μόνο στην πρώτη φάση των εργασιών, δηλαδή ως την αποπεράτωση των πλινθοδομών. Κατά την κατασκευή του υπόλοιπου μέρους του έργου, οι υπεύθυνοι του ιδρύματος έκαναν ορισμένες αλλαγές στα υλικά για λόγους οικονομίας, ενώ η μελέτη διαμόρφωσης του γύρω χώρου δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Αυτές οι αλλαγές έβλαψαν σημαντικά το κτήριο, όχι τόσο γιατί το υποβάθμισαν αισθητικά, όσο γιατί μείωσαν την αντοχή του στο χρόνο και τη χρήση, καθώς και την εξυπηρέτηση που παρέχει στους χρήστες σαν κέλυφος και σαν περιβάλλον.

Το κτήριο προορίζεται για χρήση από αγόρια και κορίτσια έξι ως δώδεκα χρονών, που κατασκηνώνουν το καλοκαίρι σε πρόχειρες σκηνές στον γύρω χώρο. Τοποθετημένο στη βορειοδυτική άκρη του κατασκηνωτικού γηπέδου, έχει σαν κύρια κατεύθυνση πρόσβασης τη νοτιοανατολική. Περιλαμβάνει σε ένα μόνο επίπεδο τις τραπεζαρίες και το μαγειρείο με τους βοηθητικούς του χώρους. Οι τραπεζαρίες χωρίζονται σε δύο υπο-ομάδες που καθεμία δημιουργείται με σύνθεση τεσσάρων τετραγώνων πλευράς 9.0 μ. (1.1x8.0+0.2 μ.). Έτσι, υπάρχουν οκτώ φατνώματα διαστάσεων 9.0x9.0 μ. που εξυπηρετούν συγχρόνως 480 παιδιά με 48 ομαδάρχες (6 τραπέζια των 11 ατόμων ανά φάτνωμα).

Οι είσοδοι για τα παιδιά είναι τέσσερις στη νότια πλευρά του κτηρίου, ενώ η εξυπηρέτηση του μαγειρείου γίνεται από τα βορειοδυτικά.

Η εποχιακή λειτουργία του κτηρίου (δύο μήνες το καλοκαίρι), η θέση του μέσα σε πυκνό δάσος από ψηλά πεύκα και η χρήση του ως προσωρινής διακοπής μιας συνεχούς παραμονής στο ύπαιθρο, οδήγησαν σε μια λύση-προέκταση αυτής της υπαίθριας ζωής. Έτσι, οι χώροι εισδύουν μέσα στο πράσινο, οι τοίχοι περιορίζονται, ενώ οι οροφές υψώνονται πρισματικά, αφήνοντας το φως να μπαίνει από την κορυφή. Παράλληλα όμως, με τα περιμετρικά γείσα και τους γαλακτώδεις φανούς στην οροφή, αποφεύγεται ο δυσάρεστος μεσημβρινός ήλιος.

Ο φέρων οργανισμός του κτηρίου με τα γραμμικά κατακόρυφα στοιχεία και τα επιφανειακά των οροφών έμεινε ανεπίχριστος, ενώ οι τοίχοι σοβαντίστηκαν με άγριο σοβά ή επενδύθηκαν με εμφανές τούβλο στις θέσεις που είναι συμπαγείς. Τα χρώματα είναι γκρι, άσπρο, κεραμιδί.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Δημοσιεύσεις
  • Αρχιτεκτονικά θέματα, τ. 17, 1983.